Saturday, 21 Oct 2017
ΘΕΑΤΡΟ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Γιάννης Νικολαΐδης: «O φόβος του θανάτου γεννάει Θεούς, ακόμη και ήρωες»

To επάγγελμα του σκηνοθέτη συγκεντρώνει, εξ ορισμού, τα στοιχεία της διορατικότητας και της επαγρύπνησης. Ο Γιάννης Νικολαΐδης καταφέρνει να συνδυάσει τα χαρακτηριστικά αυτά από κοινού με το ανήσυχο καλλιτεχνικό πνεύμα του επιτυγχάνοντας μια απόλυτη ισορροπία. Άνθρωπος με βαθύ και ειλικρινή σεβασμό για το θέατρο, γεγονός που αποπνέει κάθε έργο που αναλαμβάνει να φέρει εις πέρας. Παρά τη μακρά πορεία του στο χώρο της τέχνης θέτει συνεχώς νέους στόχους και προκλήσεις, ενώ σε λίγες μέρες αναμένεται η παρουσίαση της παράστασης «Η Φόνισσα» στο Φεστιβάλ Ολύμπου, την οποία και σκηνοθετεί. Ο ίδιος μίλησε στο ThessTheater για το έργο, την καταλυτική επίδραση που άσκησε επάνω του ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, αλλά και για την κατάσταση που επικρατεί στο θέατρο σήμερα.

Συνέντευξη: Κορπίδου Βασιλική

Ποιοι ήταν οι λόγοι που σας ενέπνευσαν να επιλέξετε το συγκεκριμένο έργο; Καθώς, όπως έχει αποδειχθεί, η μεταφορά ενός λογοτεχνικού κειμένου στο θέατρο, συχνά, αποτελεί μια διαδικασία ιδιαίτερα απαιτητική.

Πρώτα απ’όλα, ο Παπαδιαμάντης είναι για εμένα ο μεγαλύτερος δάσκαλος στην Ελληνική Γραμματεία και «H Φόνισσα» είναι ίσως από τα πιο δημοφιλή και ουσιαστικά έργα του ίδιου, καθώς πέρα από την αξία του σαν φιλολογικό πόνημα, έχει και μεγάλη κοινωνική αξία. Απευθύνεται σε μεγάλα και σοβαρά κοινωνικά ζητήματα, όχι μόνο σχετικά με το γυναικείο φύλο, αλλά και φιλοσοφικά, αναφορικά με την ίδια την ύπαρξη του ανθρώπου ή του Θεού. Ο Παπαδιαμάντης είχε ένα δικό του Θεό, ο οποίος πήγαζε από την αρετή, την εμβάθυνση και την ενδοσκόπηση στην ανθρώπινη φύση. Άλλωστε και μέσα στο ίδιο το κείμενο αναφέρει, τοποθετώντας τα λόγια αυτά στο στόμα της Φόνισσας,  πως «καμιά φορά ο άνθρωπος γίνεται το χέρι του Θεού». Θέλει ακριβώς να αποδείξει πόσο «τραυματισμένη» και καταφρονεμένη ήταν η θέση της γυναίκας σε εκείνη την κοινωνία, τέλος 18ου αιώνα. Οποιαδήποτε επαναστατική διάθεση απέναντι στα κοινωνικά θεωρούνταν αποδιοπομπαία. Είναι η κοινωνική συμπεριφορά που αναδύεται. Το ερέθισμα, λοιπόν, ήταν μεγάλο. Φυσικά δεν έπρεπε να γίνει ένα θεατρικό αναλόγιο ή ένας απλός μονόλογος, μια ανάγνωση του έργου, που απευθύνεται σε ελάχιστους, για αυτό και επιλέχθηκε η θεατροποίηση εξ’ ολοκλήρου. Συνεργάστηκα απόλυτα με τον Κώστα Πολιτόπουλο, η βοήθεια του οποίου ήταν καταλυτική για τη δημιουργία της παράστασης.

Θεωρείτε ότι η ηρωίδα δρα ως ένας αυτο-οριζόμενος Θεός ή οι πράξεις της αποκαλύπτουν ότι αποτελεί έρμαιο των κοινωνικών συνθηκών και καταστάσεων;

Η Φόνισσα πήρε τη θέση του Θεού και της Θείας Δίκης πνίγοντας τα μικρά κορίτσια, ώστε να μην υποστούν όλη αυτή την καταπίεση. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει σε ένα σημείο του κειμένου: «Στην αρχή ήμουν δούλα των γονιών μου, μετά έγινα δούλα των αδερφών μου, του άντρα μου, μετά των παιδιών μου και τώρα στα εγγόνια μου». Ας αναλογιστούμε αυτή την κοινωνική διαδρομή. Ρόλοι τους οποίους είσαι υποχρεωμένος να υιοθετήσεις, ενώ στην περίπτωση που αρνείσαι να συμμορφωθείς,  είσαι έκπτωτος της κοινωνίας, όλοι σε αντιμετωπίζουν κατ’ ανάλογο τρόπο. Δεν υφίστανται δηλαδή περιθώρια αυτοδιάθεσης. Ένα συνεχές «πρέπει» μας ακολουθεί ήδη από τη στιγμή της γέννησής μας έως και το τέλος της ζωής. Άποψη μου είναι, όπως έχω ξαναπεί, ότι ο φόβος του θανάτου γεννάει Θεούς, ακόμη και ήρωες.

«Η Φόνισσα»

Πως στέκεται ο Παπαδιαμάντης απέναντι στη Φόνισσα, κατά την άποψη σας; Υπάρχουν δείγματα συμπόνιας;

Βεβαίως. Δεν εξαγνίζεται ο άνθρωπος· δεν είναι μόνο καλός ή κακός, έχει όλες τις ιδιότητες. Ακόμη και η αδικία είναι επιτρεπτή στα όρια της φύσης του ανθρώπου, στοιχείο που συντρέχει όλο το έργο.

«Η Φόνισσα» εκτυλίσσεται σχεδόν έναν αιώνα πριν, ωστόσο η απήχηση του έργου παραμένει το ίδιο, ίσως και περισσότερο, ισχυρή. Τα στερεότυπα και οι κανόνες επάνω στα οποία «πατά» ο Παπαδιαμάντης, εξακολουθούν να βρίσκουν βάση έως και σήμερα;

Πιστεύω ότι ο άνθρωπος τοποθετεί κάποια standards όσον αφορά τη συμπεριφορά του, κάποιος πιθανούς φόβους και ταμπού. Αν και πολλές φορές επικαλούμενος τη μόδα, τη «μοντερνιά», προσπαθεί να τα καταρρίψει, πρακτικά δεν αλλάζει τίποτα μέσα του. Για παράδειγμα κάποιος που δηλώνει ότι δεν είναι χριστιανός, γενικά δεν ασπάζεται καμία θρησκεία, όταν βρεθεί μόνος του περνώντας από την εκκλησία, κάνει το σταυρό του κρυφά. Φοβάται, τρέμει την κατακραυγή, έστω και με τη μορφή που έχει σήμερα. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι αρνούμαστε να μας πουν ότι δεν είμαστε προοδευτικοί ή ότι δε συμβαδίζουμε με τα δεδομένα της σημερινής κοινωνίας, γεγονός που εντοπίζεται και στο θέατρο, για παράδειγμα στις παραστάσεις που φιλοξενούνται στην Επίδαυρο. «Οφείλουμε» να δεχόμαστε ό,τι μας σερβίρεται. Έχει πια καταντήσει ένα επιπλέον κοινωνικό γεγονός, μια εκδρομή. Ο Παπαδιαμάντης, λοιπόν, προείπε και ανέλυσε τα θέματα αυτά, υιοθετώντας όχι απλά τη θέση της γυναίκας, αλλά της κοινωνίας και των εκάστοτε ζητημάτων με τα οποία έρχεται αντιμέτωπη.

Γιάννης Νικολαΐδης και Φωτεινή Φιλοσόφου στην «Αντιγόνη»

Συνεργάζεστε πολλά χρόνια με την Φωτεινή Φιλοσόφου. Ανταποκρίθηκε καταλλήλως στις απαιτήσεις του ρόλου της Φραγκογιαννούς;

Ναι, ναι. Η αλήθεια είναι πως δε μου αρέσει η ανταλλαγή κολακειών, ούτε τα είδη των δηλώσεων που συνηθίζονται στους καλλιτεχνικούς χώρους, όπως «περνάμε καταπληκτικά στα παρασκήνια» ή «έχουμε πολύ καλή χημεία». Νομίζω πως οι επευφημίες αυτές περισσεύουν, δεν προσφέρουν τίποτα. Ο κόσμος μπορεί να έρθει και να δει από κοντά το αποτέλεσμα της συνεργασίας μου τόσο με την Φωτεινή, όσο και με τους υπόλοιπους συντελεστές και να κρίνει αναλόγως. Δουλέψαμε επάνω σε ένα εξαιρετικό κείμενο του Παπαδιαμάντη και το αποδώσαμε, όπως θεωρούμε ότι αρμόζει, εστιάζοντας στην αξία της δημοκρατίας και την παροχή ενός λαϊκού θέματος υψηλής ποιότητας, που μπορεί να δει ο καθένας. Το θέατρο δεν πρέπει να είναι «μπροσούρα», να υποδεικνύει τι είναι καλό και τι κακό. Για αυτό και οι παραστάσεις που ανεβάζω αφορούν συνθέσεις κι όχι χλιαρές αναλύσεις.

Υπάρχει κάποια σκέψη σχετικά με τις επόμενες θεατρικές κινήσεις σας;

Έχω στο μυαλό ένα κομμάτι που με ενδιαφέρει αρκετά. Ονομάζεται «Ο μεγάλος δρόμος», τον οποίο τα επαρχιόπουλα καθημερινά περπατούν, πηγαίνοντας πάνω και κάτω, φτάνοντας στο σημείο να αποτελεί πλέον κομμάτι τους. Θεωρώ ότι θα έχει απήχηση τόσο στους ανθρώπους που ζουν στην περιφέρεια, όσο και στις μεγάλες πόλεις, επειδή πραγματεύεται ζητήματα που αγγίζουν και ταυτίζουν κάθε πολίτη. Το ερχόμενο καλοκαίρι θα ήθελα να ασχοληθώ με μια τραγωδία, που θα έχει ως κύριο θέμα την προσφυγιά εστιάζοντας όχι απλά σε μια περιοχή, αλλά αντιμετωπίζοντας το θέμα από ευρύτερη σκοπιά.