Wednesday, 16 Jan 2019
Advertisement
ΘΕΑΤΡΟ ΚΡΙΤΙΚΗ

Κριτική για την παράσταση «Ορφανά» του Ντέννις Κέλλυ από το ΚΘΒΕ

Του Μιχάλη Τασάκου


Οικογένεια vs. Ηθικής & Κοινωνικής Ευθύνης

Στο έργο τα Ορφανά του Ντέννις Κέλλυ υπάρχει άφθονη βία και σε πολλές μορφές. Στις πράξεις προσώπων, στις σκέψεις και τις αποφάσεις τους, στην ένταση των διαλόγων που εκστομίζουν ο ένας στον άλλο, αλλά ακόμη και στις σιωπές των ηθοποιών. Άλλωστε το δηλώνει και ο ίδιος «Θέλω πάντα τα έργα μου να έχουν ένταση, αν το κοινό θα την αγαπήσει (αυτή την ένταση) ή θα τη μισήσει εξαρτάται από αυτό, αλλά δεν θέλω ποτέ να βαρεθούν”.

Σίγουρα αυτό είναι μία ελπιδοφόρα αρχή ειδικά για αυτούς που αγαπούν το ψυχολογικό θέατρο με πλοκή. Στα Ορφανά όμως δεν υπάρχει η τυπική οικογενειακή βία που υπάρχει π.χ. σε ένα οικογενειακό ψυχολογικό δράμα του Ίψεν όπου σε μία πρώτη ματιά τα πάντα ρέουν ομαλά αλλά στην πραγματικότητα τα προβλήματα είναι καλυμμένα μέχρι που να ξεσπάσει η καταιγίδα. Ούτε η εξευτελιστική και θηριώδης βία που θα μπορούσε να ασκήσει τυφλωμένος ένας ζηλιάρης σύζυγος-στρατηγός (π.χ. Οθέλλος) αφού πρώτα έχει διάγει ένα σύντομο αλλά τρισευτυχισμένο μήνα του μέλιτος. Στον Κέλλυ η βία είναι παρούσα από το πρώτο δευτερόλεπτο όταν ο Λίαμ με βία ανοίγει την πόρτα του σπιτιού και εισβάλει διακόπτοντας με φόρα το δείπνο της αστικής οικογένειας, με την οποία άλλωστε ουσιαστικά “συγκατοικεί” ως ένας περιστασιακός οικότροφος, ενώ συνεχίζεται αμείωτη σε όλη την διάρκεια του έργου και φτάνει μέχρι και το τέλος της παράστασης. Άρα δεν είναι έκπληξη ότι στην παράσταση των Ορφανών που σκηνοθέτησε ο Τάκης Τζαμαργιάς (βοηθός Ζαχαρούλα Οικονόμου), και παρακολούθησα στο Φουαγιέ της ΕΜΣ του ΚΒΘΕ, είδαμε αυτή την φιλοσοφία. Ο σκηνοθέτης με συνέπεια υλοποίησε μία παράσταση του λεγόμενου -face to face- θεάτρου με τους διαλόγους να βγαίνουν με δύναμη από τα στόματα των ηθοποιών και να εκστομίζονται κατάμουτρα στον απέναντι ηθοποιό και στο κοινό.

Ο Κέλλυ, εκφράζοντας τον σφυγμό της εποχής μας, παρουσιάζει και ερευνά την αστική βία. Την βία δηλαδή που υπάρχει στις μεγαλύτερες πόλεις και μπορεί να πάρει αρκετές μορφές, έχει όμως κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που την ξεχωρίζουν από οποιαδήποτε άλλη μορφή βίας, π.χ. συνήθως συμβαίνει έχοντας ως δράστες αλλά και θύματα ανθρώπους του περιθωρίου. Υπάρχουν πολλές κατηγορίες που μπορούμε να σκεφτούμε: απελπισμένοι άνεργοι, μισαλλόδοξοι φασίστες, ακραίοι ιδεοληπτικοί, μετανάστες, άστεγοι, άτομα με σεξουαλικές ιδιαιτερότητες, εξαρτημένα άτομα από ναρκωτικές ουσίες ή αλκοόλ, θα μπορούσαμε να σκεφτούμε αρκετές ακόμη. Σκεφτείτε ένα άτομο από όποια κατηγορία θέλετε, τοποθετήστε τον μέσα στον αστικό ιστό μιας σύγχρονης μεγαλούπολης, κάντε τον θύμα ή θύτη -πραγματικά όλοι οι συνδυασμοί είναι πιθανοί και αυτό είναι ένα ακόμη ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτής της μορφής βίας- και τα βασικά στοιχεία ενός έργου σαν τα Ορφανά είναι εκεί, βάλτε λίγο ταλέντο και πολλή προσπάθεια και μπορείτε να ξεκινήσετε να γράφετε. Μάλιστα το έργο του Κέλλυ έχει ένα σημαντικό προσόν, φαίνεται ότι γνωρίζει πάρα πολύ καλά τον κόσμο αυτόν. Μπορώ με σχετική βεβαιότητα να το ισχυριστώ αυτό γιατί έχω ζήσει και ο ίδιος σε μία Αγγλική μεγαλούπολη για αρκετά χρόνια και είναι σχετικά εύκολο να αναγνωρίσει κάποιος ότι ο κόσμος που περιγράφει ο Κέλλυ και ενσάρκωσαν πολύ επιτυχημένα κυρίως ο Χρήστος Διαμαντούδης (Λίαμ) αλλά και οι άλλοι δύο ηθοποιοί της παράστασης Ελένη Θυμιοπούλου (Έλεν), Χρίστος Στυλιανού (Ντάννυ) είναι πραγματικός, τουλάχιστον στην μορφή του.

Μέχρις εκεί όμως. Το έργο του Κέλλυ παρουσιάζει κενά και υπεραπλουστεύσεις. Ο Κέλλυ δημιουργεί ένα in-vitro “πείραμα” για να μας πείσει ότι η μεσοαστική σύγχρονη οικογένεια είναι τόσο διαβρωμένη και αλλοτριωμένη όπου ακόμη και μορφωμένοι μεσοαστοί, ή “γιάπηδες” του λευκού κολάρου, κάτω από πίεση και χωρίς μεγάλη δυσκολία και περίσκεψη θα μπορούσαν να συγκαλύψουν, ή ακόμη και να βασανίσουν, να παρανομήσουν. Το πείραμα όμως που στήνει ο Κέλλυ βασίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στην Αριστοτελική σκέψη. Τα σώματα θα κινηθούν με τον ίδιο τρόπο γιατί αυτή είναι η “ουσία” μέσα τους. Το μήλο θα πέσει από την μηλιά προς τα κάτω γιατί ακριβώς αυτό είναι “πλασμένο” να κάνει. Τίποτε άλλο δεν είναι δυνατόν να γίνει. Νομίζω όμως πως το κάνει διαχειρίζοντας με άγαρμπο τρόπο τα πρόσωπα του έργου, σαν να εκβιάζει το “επιθυμητό” αποτέλεσμα της ηθικής κατάπτωσης. Αν δεν κάνω λάθος είναι περίπου εδώ και δύο-τρεις αιώνες που η ανθρωπότητα έχει προσχωρήσει στην Γαλιλαϊκή σκέψη, δηλαδή ότι υπάρχουν συγκεκριμένες συνθήκες που τελικά καθορίζουν αν το σώμα θα κινηθεί έτσι ή διαφορετικά. Οι συνθήκες αυτές δεν νομίζω ότι παρουσιάστηκαν αρκούντως ή ότι αυτές που παρουσιάστηκαν δεν ήταν πειστικές (π.χ. η Έλεν να διαπραγματεύεται την εγκυμοσύνη της σαν να ήταν μία υπηρεσία προς τον Ντάννυ).

Βέβαια ο Κέλλυ δεν είναι ανόητος. Τα γνωρίζει αυτά γι’ αυτό προσπαθεί να “στήσει” τις συγκεκριμένες συνθήκες, ώστε να δικαιολογήσει την εξέλιξη του έργου του. Η Έλεν έχει μια ακλόνητη αφοσίωση στον αδελφό της. Ο Ντάννυ έχει δεχθεί επίθεση στο παρελθόν από νέους ασιατικής καταγωγής. Η Έλεν έχει δεχτεί μία μορφή σεξουαλικής παρενόχλησης. Μπορεί ο συγγραφέας να πιστεύει ότι έτσι μπορεί να δικαιολογήσει μία πλοκή και μία κατάσταση όπου οι οικογενειακοί δεσμοί και ο φόβος για έναν ολοένα και πιο βίαιο κόσμο με “ξένους” και “διαφορετικούς” τριγύρω μας μπορεί να φρενάρουν την ηθική ενός ατόμου ή να υπερισχύσουν της ατομικής, πολιτικής και κοινωνικής ευθύνης. Εγώ πάντως όχι. Έχουμε εκατομμύρια παραδείγματα δίπλα μας πως κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Νομίζω πως αυτό είναι ένα συνηθισμένο λάθος της πολύ σύγχρονης δραματουργίας, δηλαδή να πέφτει εύκολα στο δίχτυ της υπεραπλούστευσης ή να λαμβάνει τις εξαιρέσεις και να τις παρουσιάζει ως τον συνηθισμένο, το αναμενόμενο, τον κανόνα.

Αν λοιπόν εξαιρέσουμε πως ο Κέλλυ «πουσάρει» τον ενθουσιασμό σε βάρος της πειστικότητας, κατά τα λοιπά η παράσταση είχε πάρα πολύ θετικά στοιχεία. Για την συνέπεια του σκηνοθέτη στην φιλοσοφία και την υλοποίηση του έργου τα είπαμε. Τα σκηνικά (Εδουάρδος Γεωργίου, βοηθοί: Δανάη Πανά και Θρασύβουλος Καλαϊτζίδης) ακανόνιστα και με επικλινείς επιφάνειες σαν να προμηνύουν τις απρόσμενες πράξεις και συμπεριφορές των προσώπων και με κρυφά σημεία για να κρύψουν την ντροπή τους. Συνεισέφερε σημαντικά σε καίρια σημεία η μουσική του Γιώργου Χριστιανάκη.

Η παράσταση έδειχνε μέσω των ηθοποιών τον όγκο δουλειάς που έγινε, ώστε αυτός ο καταιγισμός ανταλλαγής λέξεων, οι έντονοι, σχεδόν νευρωτικοί διάλογοι να μπουν σε μία “τάξη” και να “ενοχλήσουν”, θετικά όμως, το θεατή. Κορυφαίος της παράστασης ο Χρήστος Διαμαντούδης (Λίαμ) που μπόρεσε να αντεπεξέλθει σε ένα δύσκολο πρωταγωνιστικό ρόλο που απαιτούσε μεγάλη ορμή και απίστευτο έλεγχο του σώματος με τις δεκάδες μικρο-κινήσεις να συνοδεύουν και να υπογραμμίζουν τον ψυχισμό και την κατάσταση του. Εξίσου πειστικοί και αληθινοί ήταν η Ελένη Θυμιοπούλου (Έλεν) και ο Χρίστος Στυλιανού (Ντάννυ), οι οποίοι βέβαια πρέπει να ομολογήσουμε είχαν την επιπλέον δυσκολία να εγκιβωτίσουν στην ερμηνεία τους τις αυξημένες απαιτήσεις του κειμένου όσον αφορά τα δικά τους πρόσωπα (κυρίως του Ντάννυ). Ο ρόλος του Λίαμ ήταν λίγο πιο “ξεκάθαρος” από την αρχή.

Συμπέρασμα

Μπορεί στην κριτική μου να διατύπωσα έντονη επιφύλαξη γύρω από το κείμενο του Κέλλυ, την πλοκή αλλά κυρίως την “θέση” που χτίζει στα Ορφανά του, όμως αν ο θεατής ξεπεράσει αυτή την αδυναμία του κειμένου, συνολικά η παράσταση είχε πολύ ενέργεια, πολύ καλές ερμηνείες, και εν τέλει αποτελεί ένα αξιόλογο ψυχόδραμα πάνω στο θέμα της αστικής-ρατσιστικής βίας.