Wednesday, 23 May 2018
ΕΙΔΑΜΕ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑΖΟΥΜΕ ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΙΝΕΜΑ

Κριτική για τη ταινία «Καζαντζάκης» (2017)

Η πολυαναμενόμενη ταινία του Γιάννη Σμαραγδή, επιτέλους έκανε την πρεμιέρα της την προηγούμενη Πέμπτη και έκτοτε κάνει μεγάλη εμπορική επιτυχία. Ο κόσμος αδημονεί να δει τη ζωή του μεγάλου συγγραφέα Νίκου Καζαντζάκη, να ξεδιπλώνεται μπροστά στα μάτια του και να παίρνει ζωή ξανά μέσα από την κινηματογραφική οθόνη. Ο γνωστός Έλληνας σκηνοθέτης, έχοντας δημιουργήσει ξανά στο παρελθόν βιογραφικές ταινίες για μεγάλες ελληνικές προσωπικότητες, κρατούσε στα χέρια του τη σκυτάλη για να πλάσει μία ταινία που θα μπορούσε να αφήσει εποχή. Και αυτό, διότι ο Καζαντζάκης και η ιστορία του από μόνη της συγκινεί ήδη μεγάλη μερίδα του πληθυσμού της χώρας μας. Αυτό βέβαια καθιστά την προσπάθεια του Σμαραγδή τόσο εύκολη όσο και δύσκολη. Ο δημιουργός της όμως, φάνηκε να θέτει τον πήχη σε λάθος σημείο και δυστυχώς, δεν κατάφερε να μας πείσει αρκετά.

Υπόθεση: Καθώς ο Νίκος Καζαντζάκης (Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος) διαβάζει στην γυναίκα του Ελένη (Μαρίνα Καλογήρου) την αυτοβιογραφική «Αναφορά στον Γκρέκο» που άφησε σχεδόν ανολοκλήρωτη λίγο πριν τον θάνατό του, αναπολεί τη ζωή του με χρονολογική σειρά. Ξεκινώντας από τα παιδικά του χρόνια στην Κρήτη, τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στη συνέχεια τον εμφύλιο, και καταλήγει σε μεγάλη ηλικία πια στη Νότια Γαλλία.

Ενώ ο δημιουργός είχε στα χέρια του ατελείωτο βιογραφικό υλικό, μεταξύ των κειμένων του ίδιου του πρωταγωνιστή, αναφορές στη ζωή του από τους κοντινούς του ανθρώπους, αλλά και ακαδημαϊκά ιστορικά τεκμήρια, φάνηκε να εκμεταλλεύεται με λανθασμένο τρόπο τα γεγονότα στη ζωή του συγγραφέα. Απλά τα τοποθέτησε σε μία χρονολογική σειρά και έφτιαξε μία προσέγγιση καθαρά περιγραφική, στρέφοντας μάλιστα τη ματιά του στο πιο ρομαντικό της κομμάτι (σχέση με τη γυναίκα του). Αυτό δημιούργησε μία επίπεδη αφήγηση που άγγιξε τα όρια του βαρετού. Επιπλέον, φάνηκε έντονα η επιτηδευμένη προσπάθειά του να πλησιάσει την ταπεινότητα και την ποιότητα του ανθρώπου που εξέταζε, σε σημείο να ξεγυμνώνεται η δίψα του σκηνοθέτη για συγκίνηση και έπαινο.  Δεν ήταν ανάγκη να προσπαθήσει τόσο πολύ να φανερώσει το μεγαλείο του Καζαντζάκη, η ζωή του και το έργο του το σκιαγραφούν πεντακάθαρα από μόνα τους.

Επομένως, σε γενική ανάλυση, το σενάριο ήταν με διαφορά ο πιο αδύναμος κρίκος του φιλμ, διότι καθώς διασχίζουμε την αφηγηματική ροή, μένουνε πίσω μας αναπάντητα ένα σορό ερωτηματικά, τα οποία δεν απαντούνται ποτέ. Και μάλιστα δεν αποσκοπούν και κάπου. Η αποτυχία του σεναρίου συνοδεύεται από μία αισθητική που θέλει τους περισσότερους χαρακτήρες να παρουσιάζονται σαν καρικατούρες από τους ηθοποιούς, οι οποίοι είτε άκουσαν πιστά τις άστοχες συμβουλές του σκηνοθέτη τους είτε «παραέπαιξαν» το ρόλο τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η φιγούρα του Σικελιανού, η αναπαράσταση του οποίου δυστυχώς κατεβάζει κατακόρυφα το επίπεδο και την ποιότητα της ταινίας. Θυμίζει ένα ύφος extravagant theatrical που δεν εναρμονίζεται με το σύνολο.

Με μία εξίσου μη καλοστημένη σκηνοθεσία, η έλλειψη πόρων ήταν εμφανής. Ενώ θα μπορούσε να καλυφθεί η οικονομική αδυναμία σε ορισμένα σημεία, οι υψηλές προσδοκίες την ξεσκέπασαν με ευκολία. Ο Γιάννης Σμαραγδής εξαιτίας όλων των παραπάνω, αλλά και των αμέτρητων επαναλαμβανόμενων μοτίβων που επέλεξε να εμφανίζονται συνεχώς στο έργο του, απέσυρε πλήρως την αληθοφάνεια. Δηλαδή, το πιο σημαντικό στοιχείο της ταινίας μαράζωσε «θριαμβευτικά».

Τα καλά στοιχεία της, μεταξύ άλλων αποτελούν οι όμορφα συνθεμένες εικόνες της ελληνικής ομορφιάς, αλλά και η θρησκευτική ευλάβεια που ακολουθεί η γραμμή της αφήγηση. Και φυσικά, ο μεγάλος θησαυρός της – η ζωή, το έργο και τα κείμενα του Νίκου Καζαντζάκη, τα οποία σε κάθε τους αναφορά μας έκαναν να ανατριχιάζουμε και λίγο παραπάνω. Δυστυχώς όμως, παρά τη δόξα της ιστορίας που πραγματεύεται, παραμένει μία μονοδιάστατη ταινία.