Monday, 24 Sep 2018
Advertisement
ΘΕΑΤΡΟ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Βασίλης Μπισμπίκης: «Ο καθένας κοιτάει τον εαυτό του και μοιραία οδηγούμαστε σε μια «ανθρωποφαγία»»

 

 Καλλιτέχνης με τα όλα του. Πολλοί ρόλοι στο «παλμαρέ» του, με επιτυχίες τηλεοπτικές, αλλά και θεατρικές. Δεν του αρέσει η υπέρμετρη προβολή και το έχει δείξει, αλλά όταν επιλέγει να μιλήσει, τα λέει ακριβώς όπως αισθάνεται αυτός ότι πρέπει να τα πει. Για να δούμε, όμως, τι είπε και σε εμάς…

Συνέντευξη: Καραβέλη Βάσια- Καραγεωργόπουλος Κώστας

Η παράσταση «Δεσποινίς Τζούλια» είναι ένα εμβληματικό έργο του Άουγκουστ Στρίντμπεργκ, γραμμένο το 1888. Το 2017 ποια είναι τα στοιχεία που κάνουν τον θεατή να βρει κοινά σημεία κι ενδεχομένως να ταυτιστεί με έναν από τους τρεις ήρωες;

Επειδή, όπως πολύ σωστά είπατε, πρόκειται για ένα εμβληματικό και κλασικό έργο, το οποίο έχει αντέξει πολλά χρόνια. Ο πυρήνας του απαρτίζεται από πολλά στοιχεία, τα οποία διακρίνουμε ακόμα και σήμερα στο κοινωνικό μας γίγνεσθαι. Η ταξική πάλη, η πάλη των δύο φύλων, ο θεσμός της οικογένειας, η κληρονομικότητα, η θρησκεία, η ηθική και η κοινωνική κατακραυγή είναι καταστάσεις που το 2017 ακόμα υπάρχουν και παρατηρούνται εύκολα γύρω μας. Όσον αφορά την κοινωνική κατακραυγή, βέβαια, υπάρχουν διαφορές καθώς εκείνη την εποχή που γράφτηκε το έργο, η σχέση μιας κυρίας με έναν υπηρέτη ήταν κάτι το ακραίο, ενώ σήμερα δεν είναι κατακριτέο, θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι και «must».

Θεωρείτε πως σήμερα τα ταξικά ζητήματα αποτελούν «ταμπού» στον έρωτα;

Όχι, δεν το νομίζω. Τουλάχιστον όχι, όπως τότε. Να σκεφτείτε πως την εποχή που γράφτηκε το έργο, κανένα θέατρο δεν δέχτηκε να το «ανεβάσει», καθώς θεωρήθηκε ακραίο και προκλητικό. Μιλούσε για την ταξική πάλη, με έναν τρόπο πολύ σκληρό για την εποχή του, που δεν αντεχόταν σε καμία περίπτωση. Σε σχέση με το τότε, λοιπόν, ταξική αγωνία αναφορικά με τον έρωτα, δεν υπάρχει σήμερα. Αν μια κυρία τα έφτιαχνε με έναν υπηρέτη τον 19ο αιώνα, μπορεί και να αυτοκτονούσε, αν μαθευόταν.

Υποδύεστε τον Ζαν. Πείτε μου δύο λόγια για αυτόν.

Ο Ζαν είναι ένας υπηρέτης που αισθάνεται την ανάγκη να καταξιωθεί κοινωνικά, να κερδίσει εξουσία. Έχει ζήσει σε μια φτωχή οικογένεια, αλλά σε σπίτια πλουσίων, καθώς ο πατέρας του δούλευε μέσα σε αυτά. Αυτή η αντίθεση στον τρόπο που μεγάλωσε, του δημιούργησε πάρα πολλά κόμπλεξ μέσα του, σε σχέση με την ανώτερη τάξη. Τότε, η μικροαστική τάξη, στην οποία άνηκε, ήταν στο περιθώριο. Βρίσκει, όμως, την ευκαιρία σε ένα καλοκαιρινό βράδυ να αποπλανήσει την κυρία, την δεσποινίς Τζούλια, με σκοπό να της πάρει τα χρήματα, να αγοράσει τίτλους, να γίνει κόμης κτλ. Οδηγεί σε μια ψυχική αποδόμηση την Τζούλια, που στην συνέχεια εξελίσσεται σε ψυχικό φόνο, καθώς η γυναίκα αυτοκτονεί.

Πριν λίγο μου είπατε πως ο Ζαν, έχοντας ζήσει φτωχικά ανάμεσα σε πλούσιους, είναι ένας χαρακτήρας με πολλά κόμπλεξ. Παρ’ όλα αυτά, κι η δεσποινίς Τζούλια, παρά το γεγονός ότι έχει μεγαλώσει πλουσιοπάροχα, παρατηρούμε πως κουβαλά πολλά στοιχεία κόμπλεξ και ψυχολογικά βάρη.

Ο Ζαν έχει μεγαλώσει φτωχικά, με τον πατέρα του να δουλεύει ως αγρότης στα κτήματα των πλουσίων. Στις μεγάλες γιορτές των πλουσίων, έμαθε να κρύβεται και πάντα αισθανόταν υπό, σε σχέση με τους μεγαλοαστούς. Αυτές οι καταστάσεις του δημιούργησαν και τα κόμπλεξ. Από την άλλη, η Τζούλια μεγάλωσε παράξενα, με την μητέρα της να την αναγκάζει στα παιδικά της χρόνια, να συμπεριφέρεται ως αγόρι, βάζοντάς την να κάνει ανδρικές δουλειές. Ουσιαστικά, αλλοιώθηκε η φύση της. Πέρασε καταπιεστικά και πολύ δύσκολα παιδικά χρόνια, έζησε και την απόπειρα αυτοκτονίας του πατέρα της πολύ μικρή. Της φορέθηκε ένα κοστούμι αριστοκρατίας και ισότητας των δύο φύλων, το οποίο ήθελε να «πετάξει» από πάνω της. Δεν ήταν κάτι που το φορούσε και της ήταν εύκολο ή της άρεσε. Γι’ αυτό, επιλέγει την αυτοταπείνωση και τον εξευτελισμό και μυείται στην ιστορία με τον Ζαν. Φυσικά, δεν το κάνει εν γνώσει της, αλλά υποσυνείδητα.

Πάντως, ανεξαρτήτως του πώς μεγαλώνει κάποιος, θα έχει τα παιδικά του τραύματα και θα τα κουβαλάει ή θα προσπαθεί να τα αποτινάξει.

Και ποιος δεν έχει παιδικά τραύματα σήμερα; Ακόμα και σε μια πολύ καλή οικογένεια να μεγαλώνεις, μπορεί να γίνουν λάθη από τους μεγαλύτερους και να πληγώσουν τις παιδικές ψυχές, δίχως να το θέλουν, ακόμα κι από την πολλή αγάπη. Στο έργο, οι παιδικές ηλικίες των δύο ηρώων ενώνονται, όταν ο Ζαν ανοίγεται, τεχνηέντως βέβαια, στην Τζούλια και της μιλάει για το παρελθόν του. Αμέσως, η Τζούλια νιώθει πως πρέπει να προστατέψει τον Ζαν, όπως κάθε γυναίκα όταν ένας άνδρας μιλάει για τα παιδικά του βιώματα, ακόμα και σήμερα. Ο Ζαν παίζει ένα πολύ ωραίο παιχνίδι, σε σχέση με την παιδική του ηλικία κι η Τζούλια, για πρώτη φορά, πετά από πάνω της την σκληρή πανοπλία της κυρίας και τον ερωτεύεται. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, πως στην εξιστόρηση της ιστορίας του Ζαν, η Τζούλια αφήνεται εντελώς στον λόγο του. Εκείνη την ώρα, αυτοί οι δύο ταυτίζονται, άσχετα αν εμείς γνωρίζουμε πως ο Ζαν το κάνει τεχνηέντως όλο αυτό, σε μια προσπάθεια αποπλάνησης της γυναίκας.

Το έργο πραγματεύεται την αιώνια διαμάχη, ανάμεσα στην εξουσία και τον έρωτα. Δηλαδή, με λίγα λόγια, ποιος είναι εξουσιαστής σε έναν έρωτα και ποιος εξουσιαζόμενος. Στην προσωπική σας ζωή, ο έρωτας έχει εξουσιαστική έννοια;

Μέχρι ενός σημείου, θα έλεγα ναι. Είναι ωραίο, για μένα, το γεγονός ότι ο ένας διεκδικεί πράγματα από τον άλλον σε μια ερωτική σχέση. Θεωρώ πως δίνει αυτή η κατάσταση και την απαραίτητη ένταση, το απαιτούμενο πάθος. Πιστεύω, λοιπόν, πως είναι κάτι καλό, αρκεί να γίνεται με μέτρο.

Προηγουμένως μιλήσαμε για ταξικά ζητήματα και ρατσισμό στον έρωτα. Ωστόσο, βλέπουμε πως τα στοιχεία αυτά «ξεπηδούν» καθημερινά σε κάθε τομέα εξαιτίας και των πολλών αλλαγών, όπως για παράδειγμα λόγω του προσφυγικού ζητήματος. Ποια συναισθήματα σας δημιουργούνται με όλα αυτά που συμβαίνουν;

Μόνο αρνητικά. Λύπη, οργή, θλίψη. Αυτά που συμβαίνουν είναι πραγματικά απίστευτα. Πίστευα πως η κρίση, σε όλα της τα επίπεδα, θα μας έφερνε πιο κοντά εμάς τους ανθρώπους, θεωρούσα ότι θα μας έκανε αλληλέγγυους. Έκανα λάθος. Η κρίση αποδόμησε ό,τι ανθρώπινο έχουμε μέσα μας. Γίναμε πιο σκληροί, πιο εγωιστές, ο καθένας κοιτάει τον εαυτό του και μοιραία οδηγούμαστε σε μια «ανθρωποφαγία». Αυτό είναι το πιο κακό απ’ όλα και πιστεύω πως γι’ αυτό ανεβαίνει και το δικό μας έργο. Βλέπουμε πώς ο Ζαν προσπαθεί να ανέβει κοινωνικά, «πατώντας επί πτωμάτων». Αυτό στην καθημερινότητά μας συμβαίνει πολύ συχνά. Αν «ανοίξουμε» το θέμα παραπάνω, θα δούμε πως από πάνω μας υπάρχει ένας «εξουσιαστής» πολύ σοβαρός και δυνατός, αλλά αόρατος που έχει δημιουργήσει όλες αυτές τις κακουχίες και μας πιέζει πάρα πολύ.

Στον χώρο του πολιτισμού, πως αξιολογείτε τον χειρισμό της κυβέρνησης;

Αν δεν κάνω λάθος, η κυρία Κονιόρδου είναι η νέα Υπουργός Πολιτισμού. Φαίνεται ότι, επειδή είναι μία γυναίκα του χώρου, καθώς έχει «ανέβει στο σανίδι» και είναι ουσιαστικά μία από εμάς, δείχνει περισσότερο ενδιαφέρον από τους προηγούμενους αρμοδίους. Έχει υποσχεθεί κάποια πράγματα, περιμένουμε να τα υλοποιήσει. Θα δείξει, είναι πολύ νωρίς ακόμα.

Δεδομένων των δύσκολων συνθηκών, πώς πορεύεστε στον χώρο της τέχνης; Στο θέατρο και στην τηλεόραση;

Κάνω ό,τι μπορώ για να επιβιώσω. Δεν βάζω πουθενά «ταμπέλες» περί ποιοτικού θεάτρου ή τηλεόρασης. Θα με δεις να κάνω τα πάντα για την επιβίωσή μου που, σαν ηθοποιός, είναι πολύ δύσκολη. Μην ξεχνάτε πως εμείς κάνουμε πολλά πράγματα, είμαστε μέρος πολλών τηλεοπτικών και θεατρικών παραγωγών, καθώς γνωρίζουμε ότι σε πολλές περιπτώσεις μπορεί να μην πληρωθούμε ποτέ.

Θα θέλαμε να δώσετε ένα αισιόδοξο μήνυμα στους αναγνώστες του ThessTheater.

Να είναι απαισιόδοξα αισιόδοξοι (σ.σ. γέλια). Είναι… «χάλια» όλο αυτό που συμβαίνει, αλλά μέσα σε όλο αυτό, οφείλουμε να είμαστε αισιόδοξοι. Δεν έγινε τίποτα, έχουμε περάσει και χειρότερα. Ό,τι είναι να γίνει, θα γίνει, ας αφήσουμε την ροή να δείξει.

 Τι να περιμένουμε από εσάς στο καλλιτεχνικό σας μέλλον;

Θα ήθελα πάρα πολύ να ασχοληθώ με τον κινηματογράφο. Είμαι σε συζητήσεις για το γύρισμα δύο ταινιών, μέσα στο επόμενο έτος. Ειλικρινά, το θέλω περισσότερο από κάθε άλλο.