Monday, 23 Jul 2018
Advertisement
ΘΕΑΤΡΟ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Κατερίνα Παπουτσάκη: «Χαίρομαι πολύ που θα παίξω στην Θεσσαλονίκη, αγαπώ το κοινό της»

 

Ηθοποιός σημαίνει… «φως». Μία κλισέ έκφραση, η οποία παρ’ όλα αυτά, μπορεί να περιγράψει κατάλληλα την σημερινή μας φιλοξενούμενη.  Λαμπερή κοπέλα, με σπάνια ομορφιά, πολυτάλαντη καλλιτέχνης, με αδιαμφισβήτητο ταλέντο στην υποκριτική, αλλά και με μαθήματα πάνω στο κλασικό τραγούδι και το μπαλέτο και αυθεντικός άνθρωπος, με κουβέντες «έξω από τα δόντια». Η Κατερίνα Παπουτσάκη μιλά στο ThessTheater για την παράσταση που πρωταγωνιστεί, το ελληνικό θεατρικό κοινό, αλλά και για το προσωπικό στοίχημα που έχει θέσει, σε σχέση με την νέα της δουλειά στην τηλεόραση.

 Αυτήν την περίοδο συμμετέχετε στο έργο του  Ντέιβιντ Μάμετ «Ολεάννα» σε σκηνοθεσία  του Νικορέστη Χανιωτάκη. Πως θα το περιγράφατε;

Η «Ολεάννα» είναι ένα έργο πολύ σπουδαίο, ως και εμβληματικό, θα λέγαμε και ο Μάμετ είναι ένας συγγραφέας εξαιρετικός, που τυχαίνει να τον εκτιμώ ιδιαίτερα. Πρόκειται για ένα θεατρικό εγχείρημα, το οποίο αγαπούσα από παλιά, συγκεκριμένα από τα χρόνια που βρισκόμουν στην δραματική σχολή και το είχα πάντα στο μυαλό μου. Μιλήσαμε με τον Νικορέστη, είπαμε πως είναι μια καλή στιγμή να το «ανεβάσουμε» μαζί κι αποφασίσαμε να γίνει. Είμαι πάρα πολύ χαρούμενη που συμμετέχω σε αυτό το έργο, σε αυτό το σπουδαίο κείμενο. Πραγματεύεται τις σχέσεις εξουσίας και την έλλειψη επικοινωνίας που καταδεικνύεται μέσα από αυτήν την ελλειπτικότητα που έχει ο λόγος του Μάμετ, έτσι κι αλλιώς, στα έργα του, πράγμα που κάνει και το κείμενο των ηθοποιών πολύ δύσκολο. Είναι, ουσιαστικά, γραμμένο στον προφορικό λόγο, γεγονός που μας αναγκάζει να αποκωδικοποιούμε πράγματα μέσα σε αυτό. Χρειάζεται τρομερή εγκεφαλική προσπάθεια, μία διαδικασία πολύ σκληρή για τον κάθε ηθοποιό, αλλά μου αρέσει κι είμαι ενθουσιασμένη που το κάνω. Είχα ανάγκη να καταπιαστώ με ένα κείμενο που θα χρειαστεί μελέτη και πολλή προσπάθεια. Διαφέρει πολύ από τα μιούζικαλ, με τα οποία ασχολήθηκα τα τελευταία χρόνια και μου είχε λείψει ένα τέτοιου είδους εγχείρημα.

 

 

Ο ρόλος της Κάρολ που ερμηνεύετε είναι ένας ιδιαίτερα απαιτητικός ρόλος. Οριακός. Σε πολλά σημεία αντιφατικός και με υποκριτικό δέλεαρ. Εσείς πώς αντιμετωπίσατε τις δυσκολίες του ρόλου σας;

Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός πως στην διαδικασία των προβών, ο συγκεκριμένος ρόλος με επηρέασε σημαντικά. Είναι μία προσωπικότητα ιδιαίτερη, με πολλά ελαττώματα. Η Κάρολ είναι ανασφαλής, καταπιεσμένη, εσωστρεφής και δυσκολεύεται να κατανοήσει γενικές έννοιες. Παρ’ όλα αυτά, είναι ένα παιδί σχολαστικό και μελετηρό, που δεν τα καταφέρνει, ωστόσο. Ίσως γιατί οι νοητικές δυνατότητές της είναι σε άλλην κατεύθυνση από αυτήν που χρειάζεται η πανεπιστημιακή εκπαίδευση, φαίνεται πως ταλαιπωρείται μέσα σε όλη αυτήν την διαδικασία. Ο καθηγητής της επηρεάζει πολύ τον τρόπο που δρα η Κάρολ στο έργο κι είναι σημαντικό να το αναφέρουμε. Πρόκειται για ένα πρόσωπο που θέλει να δείχνει αντισυμβατικό, αλλά μέσω αυτού φαίνεται να επωφελείται. Η θέση του στο πανεπιστήμιο, παραδείγματος χάρη, μόνο αντισυμβατικό δεν τον κάνει να δείχνει. Αυτό είναι κάτι που εκνευρίζει την Κάρολ, σε συνδυασμό με τις παρεξηγήσιμες κινήσεις προς την μεριά της. Όσον αφορά το δεύτερο, μιλάμε για ένα έργο που είναι γραμμένο την δεκαετία του 90′ στην Αμερική, σε μία χρονική καμπή για την χώρα, όπου η πολιτική ορθότητα «φούντωνε» και τώρα, φυσικά, είναι πολύ έντονη. Στην Ελλάδα, παρ’ όλα αυτά, δεν το έχουμε τόσο πολύ αυτό. Δεν μπορεί να θεωρηθεί το κάθε άγγιγμα, σεξουαλική παρενόχληση. Στο έργο, όμως, ο συγκεκριμένος καθηγητής γίνεται συχνά παρεξηγήσιμος, μέσω των κινήσεών του, κάτι που προκαλεί ένα «κονφούζιο» στην Κάρολ, η οποία μπερδεύεται, φτάνει σε αδιέξοδο και ζορίζεται. Τελικά, όμως, εντάσσεται σε μία ομάδα και δυναμώνει, αποκτά την πυγμή και θέτει στόχο να καταστρέψει την ζωή του καθηγητή.

Ποια είναι τα στοιχεία τόσο της Κάρολ όσο και του ρόλου του καθηγητή που θεωρείτε γοητευτικά και για ποιους λόγους;

Θεωρώ γοητευτικό στην Κάρολ το γεγονός ότι έχει να διερευνήσει πολλά πεδία και να κινηθεί γύρω από πολλά ζητήματα μέσα στο έργο, πράγμα πολύ σημαντικό, το οποίο θα λέγαμε πως λειτουργεί και ως «δέλεαρ» για το κοινό. Όσο για τον καθηγητή, φυσικά κι αυτός έχει να αντιμετωπίσει όλα αυτά τα απρόσμενα που συμβαίνουν και βρίσκει μπροστά του. Δε θα μπορούσε να περιμένει ποτέ πως η ένωση αυτών των νέων ανθρώπων θα προκαλούσε αυτό που ακολούθησε, αλλά ουσιαστικά θα λέγαμε πως κι αυτός «βρίσκει τον δάσκαλό του» (σ.σ. γέλια). Όλα είναι θέμα των δυναμικών, οι δυναμικές του έργου είναι πολύ δύσκολες και γι’ αυτό είναι πιθανό, από παράσταση σε παράσταση, καθένας από τους δύο ήρωες να δικαιώνεται, ανάλογα με το πού κυμαίνονται οι δυναμικές τους. Από την πλευρά των ηθοποιών, πάντως, χρειάζεται πολλή συγκέντρωση στο έργο, το σώμα και η ψυχή μας να είναι 1000% εκεί, προκειμένου να υπάρχουν οι απαραίτητες ισορροπίες και να έρθει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Χρειάζεται πάρα πολλή δουλειά από εμάς, κάθε παράσταση που δίνουμε, είναι μία μάχη.

Η πρεμιέρα του έργου το 1992, προκάλεσε το κοινό το οποίο διχάστηκε και παραφέρθηκε. Από τις μέχρι τώρα παραστάσεις του έργου, πώς βλέπετε τις αντιδράσεις του κοινού για την παράσταση;

Το κοινό, μετά τις παραστάσεις, προβληματίζεται αρκετά. Δεν είναι λίγες οι φορές, μάλιστα, που συζητάμε εμείς οι ηθοποιοί με το κοινό για την ροή της παράστασης, αμέσως μετά το τέλος της! Γεννιούνται στον κόσμο απορίες για το πώς δύο άνθρωποι φτάνουν ως εκεί, πώς προκύπτει αυτό, τι τους οδήγησε σε αυτήν την κατάσταση. Η συγκεκριμένη παράσταση, όμως, δεν δίνει απαντήσεις, παρά μόνο τροφή για σκέψη και προβληματισμό. Ελπίζω το κοινό της Θεσσαλονίκης να εκτιμήσει το έργο, αγαπώ το κοινό της πόλης και χαίρομαι πολύ που θα παίξουμε εκεί. Δεν σας κρύβω, μάλιστα, πως έχω αρκετό τρακ, κάτι που προσωπικά εμένα ποτέ δεν μου φεύγει, είμαι πάντα «τεντωμένη». Αυτή είναι η μαγεία του θεάτρου, άλλωστε. Τίποτα δεν είναι προσκευασμένο, τίποτα δεν γίνεται «κονσέρβα». Κυνηγάς το «τώρα», οπότε πώς να μην έχεις τρακ και αγωνία; Όσο μεγάλος κι αν είναι ο αριθμός των παραστάσεων που έχεις συμμετάσχει, ποτέ δε μπορείς να πεις με σιγουριά ότι «έχεις» το θέατρο. Όσον αφορά το συγκεκριμένο έργο, το βιώνω πιο πολύ από οποιοδήποτε άλλο. Είναι γοητευτικότατο, η δουλειά που έχει γίνει, είναι εξαιρετική, η σκηνοθεσία του Νικορέστη έχει δώσει μία φρέσκια πνοή στην παράσταση και τα σκηνικά είναι πολύ ενδιαφέροντα, καθώς αλλάζουν, βάσει των καταστάσεων, που προκύπτουν στο στόρι. Τίμια δουλειά που αξίζει κάποιος να την δει.

Στη μέχρι τώρα πορεία σας, έχετε γράψει σημαντικές συνεργασίες. Πώς νιώθετε γι’ αυτό; Υπάρχει κάποια συνεργασία που θα  επιθυμούσατε πολύ;

Δε μπορώ να μιλήσω για κάποια συγκεκριμένη συνεργασία. Θα έλεγα πως αυτήν την εποχή, προσανατολίζομαι σε ρόλους διαφορετικούς από αυτούς που συνήθιζα να παίζω τον τελευταίο καιρό. Θέλω να παίξω ρόλους, οι οποίοι είναι πιο κοντά στους λόγους, για τους οποίος επέλεξα από μικρή να γίνω ηθοποιός. Θέλω να παίξω σε έργα και παραστάσεις που εγώ η ίδια θα μπω στην ψυχή των πραγμάτων, στην ουσία τους. Τέτοιο έργο είναι και η «Ολεάννα», γι’ αυτό και το θεωρώ μία μεγάλη πρόκληση.

Στην Ελλάδα το κοινό που παρακολουθεί θεατρικές παραστάσεις είναι κατά τη γνώμη σας αρκετά «καλλιεργημένο», υπάρχει θεατρική παιδεία;  Ή μεγάλο μέρος του ακολουθεί απλώς τάσεις;

Είναι αδιαμφισβήτητο το γεγονός πως ο κόσμος, ειδικά στην Ελλάδα με τα όσα ζει, θέλει να γελάσει και γι’ αυτό οι κωμωδίες μεσουρανούν στην εποχή μας. Μιλώντας για την «Ολεάννα», θέλω να σημειώσω ότι το έργο δεν είναι απλώς εγκεφαλικό. Δε μιλάμε, απλώς, για μία παράσταση που θα προβληματίσει τον κόσμο και θα του δημιουργήσει ερωτήματα. Παραδείγματος χάρη, στο πρώτο μέρος, θα δείτε στο έργο κι αρκετή δόση χιούμορ, πράγμα περίεργο για μία παράσταση που πραγματεύεται την έλλειψη επικοινωνίας. Το χιούμορ, όμως, πρέπει να γνωρίζουμε πως μπορεί να προκύψει από παντού, ακόμα και μέσα από το δράμα. Παράλληλα, έχει σωστή διάρκεια, δεν είναι ένα έργο ατελείωτο, πράγμα εξίσου σημαντικό για κοινό που δεν είναι εκπαιδευμένο θεατρικά. Γενικά, θα έλεγα ότι όσοι το έχουν παρακολουθήσει, τους έχει αγγίξει πραγματικά κι ίσως γι’ αυτό θα πρέπει κι εμείς οι συντελεστές του να το προσεγγίσουμε διαφορετικά, με μία πιο φιλική προσέγγιση προς το κοινό. Το θέατρο είναι για όλους, είμαι σίγουρη και πεπεισμένη γι’ αυτό που λέω. Το θέατρο μπορεί να δημιουργήσει σε όλους, έστω και μία σκέψη, έναν προβληματισμό.

Μετά την «Ολεάννα» θα σας δούμε σε κάποια άλλη δουλειά για την οποία μπορείτε να μας μιλήσετε;

Δυστυχώς, αυτήν τη στιγμή, δεν υπάρχει κάτι, όλα είναι συζητήσεις. Υπάρχει το σίριαλ «Παραμύθι…αλλιώς», το οποίο πάει εξαιρετικά, μέχρι στιγμής. Είναι κι αυτό ένα στοίχημα για μένα, καθώς αν η μυθοπλασία στην τέχνη κερδηθεί από τα διάφορα «ριάλιτι» που προβάλλονται, θα είναι ένα πρόβλημα που θα «βαραίνει» όλους μας. Μακάρι να πάμε καλά γιατί έχουν επενδυθεί αρκετά χρήματα, προσωπικός χρόνος κι αφοσίωση για να βγει στον αέρα αυτό το εγχείρημα. Με την δική μας επιτυχία, θα είναι ευκαιρία να υπάρξουν παρόμοιες προσπάθειες.

ΟΛΕΑΝΝΑ στο Θέατρο ΑΥΛΑΙΑ 12,13 και 14 Μαΐου  στις 9.