Saturday, 23 Sep 2017
ΘΕΑΤΡΟ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Ο Χρήστος Σαγιάς μιλά στο ThessTheater για την ταινία του: «Η ζωή μετά»

Χρήστος Σαγιάς – Η ζωή μετά

40ο Φεστιβάλ Ελληνικών ταινιών μικρού μήκους Δράμας 2017

 

Γράφει η Αλεξία Κατσαβού

 

Από τις πρώτες κουβέντες μας βεβαιώθηκα ξανά πως η αρχή και το τέλος μιας προσωπικής επιτυχίας είναι να τολμάς για αυτό που αγαπάς και να το υπερασπίζεσαι με ήθος, συνέπεια και θετική σκέψη. Τότε όλα συγχρονίζονται, η ζωή κυλά και εκείνα που φέρνει τα συνοδεύουν έντονα συναισθήματα..

Ο Χρήστος Σαγιάς ξεκινά να κολυμπά στα κινηματογραφικά ύδατα και μας μιλά για τη συμμετοχή του στο 40ο Φεστιβάλ Ελληνικών ταινιών μικρού μήκους Δράμας 2017.

  1. Ας ξεκινήσουμε με την επιλογή και εισαγωγή σου στην σχολή Κινηματογράφου στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Τι ήταν εκείνο που σου ξύπνησε την επιθυμία να ασχοληθείς με τη σκηνοθεσία; Για ποιον λόγο θέλησες να περπατήσεις σε αυτό το μονοπάτι;

Σαν έφηβος ήμουν πολύ συνειδητοποιημένος απέναντι στις επιλογές μου. Σίγουρα δεν είχα ένα ακριβές πλάνο για το μέλλον, όπως ούτε και τώρα, (ποιος έχει άλλωστε..;) όμως ήξερα πως ο καλλιτεχνικός χώρος είναι ένας χώρος που θα με ενδιέφερε να ασχοληθώ επαγγελματικά. Έβλεπα ατελείωτες ταινίες καθημερινά. Θυμάμαι ότι είχα ταράξει το βιντεοκλάμπ της γειτονιάς μου, δεν περνούσε μέρα που να μην περάσω από εκεί για να νοικιάσω κάποια ταινία.

Επίσης, από παιδί είχα συνδυάσει το σινεμά με οικογενειακές στιγμές και όμορφες αναμνήσεις, ίσως αυτό να ενίσχυσε την επιθυμία μου, αν το πάρουμε από τόσο πίσω. Πέρα από αυτά όμως πιστεύω πως ο κινηματογράφος με κέρδισε γιατί συνδυάζει όλες τις τέχνες σε μια.    Μου άρεσε η ιδέα να δημιουργώ νέους κόσμους, δικούς μου κόσμους, και έπειτα να επικοινωνώ αυτήν την προσωπική αλήθεια που ανακαλύπτω σε αυτούς με τους ανθρώπους. Με λίγα λόγια να είμαι συγχρόνως μαθητής και δημιουργός των διδαγμάτων της ζωής.

  1. Τι αντίκτυπο έχει στην προσωπική σου ζωή αυτή η επιλογή; Αισθάνεσαι πως εκφράζεις καλύτερα τον εαυτό σου μέσα από αυτή τη δουλειά; Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι για έναν καλλιτέχνη να ισορροπεί ανάμεσα στους δύο βασικούς άξονες της ζωής; Προσωπική ζωή και καριέρα.

Η αλήθεια είναι πως πρόκειται για έναν χώρο πολύ άστατο και ανασφαλή. Τη μια στιγμή μπορεί να έχεις ιδέες, όρεξη και ενέργεια να κάνεις το οτιδήποτε και την άλλη να βρίσκεσαι σε βούρκο. Στην παρούσα φάση και ηλικία που βρίσκομαι δεν έχω ακόμη αρκετή εμπειρία για να μιλήσω αναλυτικά για τη φύση της δουλειάς, ούτε μπορώ να παραπονεθώ και πολύ για την προσωπική μου ζωή, όμως από τη λίγη εμπειρία που διαθέτω βλέπω πως τα πράγματα δεν είναι ενθαρρυντικά. Όχι απλά δεν μπορείς να ζήσεις από αυτήν αλλά πολλές φορές μπαίνεις και μέσα για να έχεις την δυνατότητα να κάνεις αυτό που αγαπάς. Ένας κινηματογραφιστής στην Ελλάδα σπάνια μπορεί να ζήσει από το σινεμά μόνο, συνήθως πρέπει να εμπλακεί με την διαφήμιση και με άλλα πιο τεχνικά επαγγέλματα του χώρου για να μπορέσει να συντηρηθεί. Αυτό όμως ταυτόχρονα κάνει έναν επαγγελματία πολυτεχνίτη και πολυτάλαντο, καθώς μαθαίνοντας περισσότερες ειδικότητες γίνεται κατά μια έννοια ένα πολυεργαλείο και ξέρει να επικοινωνεί καλύτερα με τους γύρω συνεργάτες του. Αυτό το μοντέλο όπως είναι φυσικό, στερεί χρόνο από προσωπικές στιγμές.

Εν τέλει, όπως λίγο πολύ σε όλα τα ελεύθερα επαγγέλματα στην Ελλάδα του 2017, κανείς πρέπει να διαλέξει μεταξύ των δύο. Χωρίς αυτό βέβαια να σημαίνει ότι δεν υπάρχει καθόλου χώρος για προσωπικές στιγμές και όνειρα. Απλά όχι στον βαθμό που προσφέρουν άλλες ενασχολήσεις. Ίσως στο μέλλον να μπορώ να απαντήσω πιο συγκεκριμένα.

  1. Πως βρίσκει κανείς τον τρόπο να διαφυλάξει ακέραιη την ματιά του απέναντι στα πράγματα και να μην επηρεαστεί από τους σκηνοθέτες που παρακολουθεί και θαυμάζει, λειτουργώντας διαφορετικά από τους άλλους; Πως διατηρεί κανείς το προσωπικό του στίγμα μέσα σε αυτή την δουλειά;

Πιστεύω πως είναι αδύνατον να μείνεις ανεπηρέαστος όταν έχεις δεχτεί τόσες πολλές πληροφορίες. Δεδομένου ότι καθημερινά από την ώρα που γεννιόμαστε, μέχρι το τέλος μας, βομβαρδιζόμαστε από εικόνες και πληροφορίες, είναι απολύτως φυσικό να διαμορφώνουμε ένα «είναι» μέσα από αυτές. Κοινωνικές συνθήκες, ιστορικά γεγονότα, προσωπική ηθική, παιδικές αναμνήσεις, όλα αυτά αποτυπώνονται μέσα στο ίδιο μας το DNA και με βάσει αυτά πορεύεται και η σκέψη μας. Επομένως και με τον κινηματογράφο ισχύει κάτι παρόμοιο, οι σκηνοθέτες και οι ταινίες που μας επηρέασαν, έχουν παίξει κατά κάποιον τρόπο το ρόλο του δασκάλου, του παιδαγωγού, που μέσα από τις εικόνες, την αισθητική και τα εκφραστικά μέσα, μας έμαθαν να αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα. Το προσωπικό στίγμα πιστεύω πως προκύπτει μόνο όταν το υποκείμενο, που είναι ο δημιουργός του μέλλοντος, εντοπίσει τον εαυτό του μέσα στην εποχή του και αφομοιώσει πλήρως τα διδάγματα των προηγουμένων. Μόνο έτσι αποφεύγει κανείς την απλή μίμηση και καταλήγει στην εξέλιξη. Τόσο της προσωπικής του αντίληψης, όσο και της προ υπάρχουσας γνώσης.

  1. Ποιο είναι εκείνο το χαρακτηριστικό που ζητάς να έχουν οι άνθρωποι με τους οποίους συνεργάζεσαι;

Όρεξη, ειλικρίνεια, αίσθηση του χιούμορ. Τίποτα παραπάνω, τίποτα λιγότερο.

  1. Μέσω της Τέχνης αντανακλάται η κατάσταση που βιώνει μια κοινωνία και το κοινό επηρεάζεται άμεσα ή έμμεσα από τους εκπροσώπους της. Πιστεύεις πως ένας καλλιτέχνης πρέπει να τοποθετείται δημόσια ή να απαντά αποκλειστικά μέσω της δουλειάς του;

Βεβαίως και η τέχνη επηρεάζει και επηρεάζεται από την κοινωνία. Κρίνει και κρίνεται από αυτήν, το ίδιο και οι εκπρόσωποί της. Ωστόσο θεωρώ πως μια καλλιτεχνική δημιουργία είναι από μόνη της μια τοποθέτηση. Μια τοποθέτηση με διαφορετικά εκφραστικά μέσα και ενίοτε με πολύ πιο ισχυρό αντίκτυπο από τα λόγια. Επομένως δεν βρίσκω κάποιον λόγο να τοποθετηθεί ένας καλλιτέχνης δια του λόγου για το παραμικρό, εκτός αν πρόκειται για ειδικές περιπτώσεις, που τον θίγουν προσωπικά και ηθικά. Και πάλι, διατηρώ τις επιφυλάξεις μου στο τελευταίο.

  1. Κινδυνεύει τελικά η τέχνη από την κρίση που βιώνουμε; Επηρεάζει αρνητικά την δημιουργικότητά μας ή μας κάνει πιο επινοητικούς στους τρόπους που μπορούμε να υπάρχουμε με ένα πιο προσωπικό στίγμα;

Δεν θα έλεγα ότι κινδυνεύει σε καμία περίπτωση. Άλλωστε πάντα σε ταραγμένες περιόδους οι καλλιτεχνικές δημιουργίες είναι πιο εύστοχες και καίριες από ποτέ. Ο μόνος κίνδυνος στον οποίο θα μπορούσε να υποπέσει είναι η επανάληψη. Συχνά συμβαίνει να θίγεται μια δημοφιλής και καίρια θεματική ξανά και ξανά σε βαθμό που αντί να εμπλουτίζεται η γνώση γύρω από αυτήν καταλήγει να ξεχειλώσει. Ως εκ τούτου ο δέκτης παύει να επηρεάζεται από αυτήν και καταλήγει να την βαρεθεί γρήγορα. Αυτό ταυτόχρονα όμως δημιουργεί την ανάγκη σε αυτούς που πραγματικά τους νοιάζει να την θίξουν, να βρουν λιγότερο δημοφιλείς και επιτηδευμένους τρόπους να το κάνουν. Έτσι το προσωπικό στίγμα όχι μόνο μπορεί να συνυπάρξει με μια κοινωνικοπολιτική κρίση, αλλά πιστεύω πως ενισχύεται ακόμα περισσότερο από αυτή.

  1. Λίγα λόγια για την ταινία σου: «Η Ζωή Μετά» τι πραγματεύεται; Πως ήρθε η έμπνευση και πως έφτασε να λάβει μέρος στο φεστιβάλ Δράμας;

Η ταινία πραγματεύεται την ιστορία ενός άνδρα γύρω στα 45, του Μιχάλη (Γιάννης Στάνκογλου), ο οποίος προσπαθεί να διαχειριστεί τον πρόσφατο θάνατο της γυναίκας του. Προσπαθεί να κρατήσει μια σύνδεση με την μνήμη της μέσω μιας παράξενης ενέργειας. Κάθε μέρα μαγειρεύει και τοποθετεί δύο πιάτα στο τραπέζι, ένα για αυτόν και ένα για αυτήν. Αφού γευματίσει, αφήνει το δικό της πιάτο εκεί και το πετάει την άλλη μέρα μόνο για να το αντικαταστήσει με το επόμενο. Παρά τις προσπάθειες του φίλου του Βασίλη, (Σπύρος Σαραφιανός) να τον βγάλει από το σπίτι και να τον υποστηρίξει ψυχολογικά, αυτός παραμένει στην ρουτίνα του. Μια μέρα η ζωή του χτυπάει και πάλι την πόρτα με τον πιο απροσδόκητο τρόπο.

Η αρχική ιδέα του σεναρίου ανήκει στον σεναριογράφο, φίλο και συμφοιτητή μου Αντώνη Μαυρουδή. Όταν την άκουσα για πρώτη φορά μου κίνησε την περιέργεια και σταδιακά ανέπτυξα ένα ενδιαφέρον για την εν λόγω ιστορία. Οι θεματικές της απώλειας και της αποδοχής ήταν προβληματισμοί που με απασχολούσαν προσωπικά τα τελευταία χρόνια, γι’ αυτό και επέλεξα να ασχοληθώ. Αφού αναπτύξαμε μαζί το σενάριο στην τελική του μορφή, έστησα μια ομάδα, βρήκα τους χώρους και είχα την μεγάλη τιμή να συνεργαστώ με τους εξαίσιους αυτούς ηθοποιούς και ανθρώπους: τον Γιάννη και τον Σπύρο. Η συνέχεια ήταν ένας και βάλε χρόνος σκληρής δουλειάς μεγάλου αριθμού επαγγελματιών και ατελείωτο post production στον ήχο και την εικόνα.

Πλέον παίρνει την φεστιβαλική της πορεία με πρώτο σταθμό το φεστιβάλ της Δράμας στις 21 του Σεπτέμβρη και στη συνέχεια στο Διεθνές φεστιβάλ της Αθήνας «Νύχτες Πρεμιέρας», μέχρι και τις 1 Οκτώβρη.

  1. Τι σημαίνει για σένα η συμμετοχή σου στο φεστιβάλ Δράμας;

Παρακολουθώ το Φεστιβάλ της Δράμας εδώ και πολλά χρόνια και οφείλω να παραδεχτώ πως ήταν μεγάλη η χαρά μου όταν πληροφορήθηκα πως θα συμμετέχω στο διαγωνιστικό του επετειακού 40ου φεστιβάλ τον Σεπτέμβρη. Ήταν σαν ένας μακροπρόθεσμος στόχος που επιτέλους εκπληρώθηκε. Από τα πρώτα κιόλας έτη στη σχολή οι καθηγητές έθεταν τη Δράμα ως έναν απώτερο σκοπό για κάθε ‘Έλληνα κινηματογραφιστή, φαντάζεστε την έκπληξη μου λοιπόν όταν κατάφερα να κερδίσω μια συμμετοχή σε μια χρονιά που μάλιστα συμμετέχουν και πολλοί γνωστοί και αξιόλογοι Έλληνες κινηματογραφιστές. Είναι ενθαρρυντικό που στην εποχή μας, που όπως προανέφερα, δεν είναι και η πιο αισιόδοξη, το φεστιβάλ αυτό εξακολουθεί να κρατάει τον πήχη και το ενδιαφέρον, για την μικρού μήκους, ψηλά. Και εύχομαι, το φεστιβάλ της Δράμας να είναι μια καλή αρχή τόσο για την φεστιβαλική πορεία της ταινίας, όσο και για την επαγγελματική πορεία των ανθρώπων που δουλέψανε σ ’αυτή.

  1. Σε ποιες ηλικίες απευθύνεσαι και ποιο είναι το βασικό μήνυμα που επιθυμείς να θυμούνται οι θεατές μέσα από την ταινία σου;

Δεν υπάρχει συγκεκριμένο ηλικιακό γκρουπ. Θα χαρακτήριζα αυτή την ταινία ως μια ιστορία για όλη την οικογένεια. Από τον νέο, τον έφηβο που τώρα βγαίνει στην κοινωνία και κουβαλάει μεγάλες ανησυχίες για υπαρξιακά θέματα, όπως η συναισθηματική διαχείριση των προβλημάτων του, μέχρι και τον ηλικιωμένο που κοιτάζει τον θάνατο κατάματα να πλησιάζει και τρομάζει στην σκέψη του τέλους. Το μήνυμα που εγώ είχα κατά νου όταν την ακόμα την σχεδίαζα και δεν ξέρω αν τελικά το πέτυχα η όχι, (μένει στην κρίση του καθενός να το ανακαλύψει ή να το αρνηθεί) είναι να μάθουμε να αποδεχόμαστε τα πράγματα όπως είναι. Να τα αναγνωρίζουμε, να καρτερούμε και να προσπαθούμε για την αλλαγή τους, αλλά πρώτα να τα αποδεχόμαστε, γιατί χωρίς αποδοχή και κατανόηση δεν μπορούμε να πάμε παρακάτω.